Στρατηγός Μακρυγιάννης

 Ένας αληθινά ορθόδοξος Έλληνας πατριώτης


Όπως είπαμε και στη χθεσινή ομιλία, Ανθρωπολογικό πρότυπο της αρχαιότητας, και κάθε μετέπειτα Ουμανισμού(αυτό με επιφύλαξη), είναι ο «καλός κ' αγαθός» άνθρωπος, ενώ στην ελληνορθόδοξη παιδεία και παράδοση ανθρωπολογικό ιδεώδες είναι ο πεπληρωμένος Θείας Χάριτος άνθρωπος ο άγιος ή ο «κατά χάριν» θεάνθρωπος. Αυτό προσανατολίζει τον άνθρωπο όχι να θέτει σαν στόχο της ζωής του απλά την ηθική καλυτέρευσή του αλλά την κατά χάριν θέωσή του. «...Η θέωση δεν είναι ιδεαλιστικός πόθος αλλά πραγματικότητα...». Επιβεβαίωση του γεγονότος της θεώσεως, αποτελούν οι άγιοι και αυτό δηλώνεται είτε με τη ζωή και τα θαύματά τους όσο ζουν είτε και μετά τον θάνατό τους με την αφθαρσία των λειψάνων τους και άλλα θεοσημεία, δηλωτικά της αγιότητάς τους. Η προτεραιότητα δίνεται στην καρδιά, η οποία θεωρείται το οντολογικό κέντρο της υπάρξεως και η κάθαρσή της από τα πάθη είναι η αφετηρία του αγώνα για τη θέωση αλλά και για τη θεμελίωση σχέσης ανιδιοτέλειας με τους άλλους ανθρώπους. Το πνεύμα αυτό της ανιδιοτέλειας εκφράζεται και στην ελληνική παροιμία: «Κάμε το καλό και ρίξ' το στο γυαλό», που είναι ουσιαστικά νεώτερη απόδοση του Ευαγγελικού λόγου: «Μακάριον εστί διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν»(Πραξ. 20,25).

Δεν είναι τυχαίο πως στο Βυζάντιο, αυθεντίες δεν είναι ούτε οι αυτοκράτορες ούτε οι μορφωμένοι ούτε οι πλούσιοι ούτε καν οι πατριάρχες αλλά οι μεγάλοι Γέροντες, οι πνευματικοί Πατέρες.

Αυτή η παράδοση συνεχίζεται και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εξακολουθεί στην παιδεία να δίνεται το βάρος πρώτιστα στην πνευματικότητα κι όχι στη σχολική σοφία. Ακμή θεωρείται όχι η παραγωγή σοφών, χωρίς να παραθεωρείται κι αυτό, αλλά η ανάδειξη αγίων . Η περίπτωση των Νεομαρτύρων που είναι συνεχιστές της παράδοσης των παλαιών μαρτύρων και των οποίων τον αριθμό, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ανεβάζει σε 6000 κατά τη διάρκεια της δουλείας, πιστοποιεί αυτή την αλήθεια.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις στα 1638, τότε που οι Ορθόδοξοι λαοί της Ανατολής στενάζουν κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία:

«....Ας είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες . και εις την Ελλάδα τώρα τριακοσίους χρόνους ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται δια να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η πίστις του Χριστού και το μυστήριον της ευσεβείας και εσείς μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν; Την σοφίαν σου δεν εθέλω εμπρός εις τον σταυρόν του Χριστού . κάλλιον ήτο να έχη τινάς και τα δύο, δεν το αρνούμαι, πλην από τα δύο τον σταυρόν του Χριστού προτιμώ».

Αυτή είναι η μαρτυρική φωνή ενός κόσμου, ο οποίος ανήκει στην ιστορική μας συνέχεια, συνιστά την προηγούμενη ύπαρξη μας και για να τον αφουγκραστούμε, να τον κατανοήσουμε και να τον ερμηνεύσουμε, χρειάζεται να αποδεσμευτούμε από τα σημερινά κριτήρια και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις και νοοτροπίες, οι οποίες ανήκουν σ' έναν κόσμο που προέκυψε από τις ευρωπαϊκές ανακατατάξεις μετά τη γαλλική επανάσταση (1789) και όλο τον 19ο και 20ο αιώνα.

Η Ευρώπη στην οποία ζούμε και κινούμαστε σήμερα, προήλθε από την διαλεκτική τεσσάρων κυρίως ιδεολογικοφιλοσοφικών συστημάτων , που διαμορφώθηκαν στον δυτικό μεσαίωνα:

1. Του σχολαστικισμού, ο οποίος συνέτεινε στην εκφιλοσόφηση και εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού και τον μετέτρεψε τελικά σε σύστημα επιστημονικό.

2. Του νομιναλισμού, ο οποίος κοινωνικά εκφράζεται κυρίως ως ατομικισμός (ωφελιμισμός) και αποτελεί το DNA της ευρωπαϊκής ατομικής και συλλογικής συνείδησης.

3. Του ουμανισμού της Αναγέννησης και

4. Του διαφωτισμού, ο οποίος αυτοθεοποίησε τον άνθρωπο, απολυτοποιώντας τη διάνοια και τη λογική, ως απόλυτο κριτήριο των ανθρωπίνων. Είναι χαρακτηριστική η πράξη του Ροβιεσπέρου: μια κοινή γυναίκα γυμνή στην Αγία Τράπεζα της Παναγίας των Παρισίων που λατρεύτηκε ως Θεά Λογική (Raison). Έτσι ο χριστιανισμός μεταποιείται σε φιλοσοφικό σύστημα και η ακμή του πνεύματος επεκράτησε να μετριέται μόνο με την πρόοδο των επιστημών, με την αύξηση δηλαδή της γνώσης του κτιστού και όχι (και) του Ακτίστου.

Έτσι σιγά σιγά ο Θεός γίνεται το πρόβλημα της Ευρώπης. Και αφού περιπλέκεται στις συμπληγάδες δικανικών και φιλοσοφικών σχημάτων, τελικά χάνεται. Φτάνουμε έτσι στον 20ο αιώνα , όπου ο Jean-Paul Sartre καταλήγει εύκολα στο: «ο Θεός είναι νεκρός , άρα, ο αθεϊσμός είναι ανθρωπισμός».

Στα 1840 ο Μακρυγιάννης, απογοητευμένος από τους Ευρωπαίους θα πει «Αυτείνοι ( οι Ευρωπαίοι) είναι άνθρωποι χωρίς ηθική και πίστη, και κρίμα στα φώτα τους ότι ο άνθρωπος κάνει τα φώτα και όχι τα φώτα τον άνθρωπο»!

Η συνάντηση - σύγκρουση Ανατολής - Δύσης, ως διαπάλη δυο κόσμων, καθένας από τους οποίους είχε διαμορφώσει δικό του ανθρωπολογικό και παιδευτικό πρότυπο και ιδεώδες θα συμβεί και θα διαρκέσει σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ενετοκρατίας και θα κορυφωθεί μετά το 1821.

Αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής των δυο κόσμων στο χώρο της καθ' ημάς Ανατολής θα είναι η αναβίωση σε μια νέα μορφή του μακραίωνος εθνικού διχασμού ενωτικών- ανθενωτικών. Από τη μια οι θαυμαστές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, οι οποίοι μιλούν με υπερηφάνεια για την «φωτισμένη Ευρώπη» και προσπαθούν τα «φώτα» της να μεταλαμπαδεύσουν στο γένος. Από την άλλη οι εκπρόσωποι της ρωμαίκης παράδοσης (με προεξάρχοντες τους Κολλυβάδες Πατέρες), αυτοί που δεν μαγεύτηκαν από τα «φώτα» της Ευρώπης και δημιούργησαν έναν ελληνότροπο Διαφωτισμό. Αυτό, σημαίνει ότι δέχτηκαν ότι αποτελούσε πρόοδο στο χώρο της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της κοινωνίας, χωρίς όμως να απορρίψουν και να υποτιμήσουν τη δική τους ρωμαίικη παράδοση, μέσα στην οποία ζυμώθηκε το γένος. Προσπάθησαν ουσιαστικά να εφαρμόσουν αυτό που προχριστιανικά έλεγε ο Πλάτων: « ό,τι περ αν Έλληνες Βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται.» Από τότε το μόνιμο πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού θα έγκειται στην πνευματική υποδούλωσή του στη Δύση ή στην απόρριψή της ή στη δημιουργική αφομοίωσή της.

Η δυνατότητα της δημιουργικής πρόσληψης δυτικών πολιτισμικών στοιχείων και ομαλής ενσωμάτωσής τους στην ελληνική πραγματικότητα, δέχεται καίριο πλήγμα αμέσως μετά τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού εθνικού κράτους . Η θεωρία της «μετακένωσης», κύριος εκπρόσωπος της οποίας θεωρείται ο Αδαμάντιος Κοραής, συμβάλλει τα μέγιστα στην κατεύθυνση αυτή. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η Δύση πήρε από την Ελλάδα τον πολιτισμό και τώρα ουσιαστικά τον επαναφέρει στην κοιτίδα του. Η αντίληψη αυτή θα υποβοηθήσει στην μεταφορά αυτούσιων και δύσπεπτων δεδομένων της δυτικής κοινωνίας στην ελληνική πραγματικότητα και θα δημιουργήσει γρήγορα μια δουλική πρόσδεση στο άρμα της Δύσεως. Έτσι, την καποδιστριακή ομολογία, ότι η «χριστιανική θρησκεία (ορθοδοξία) συντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρχαίας ένδοξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα» διαδέχεται υπό την επίδραση ξένων μισσιοναρίων (ιεραποστόλων) και Ελλήνων διαφωτιστών, πνεύμα αθεϊστικό, αντιχριστιανικό και αντικληρικαλιστικό. Εισάγεται ο θρησκευτικός αδιαφορισμός και ο προτεσταντικός ευσεβισμός.

Μετά το θάνατο του πρώτου Κυβερνήτη, που σημειωτέον είχε συνείδηση ελληνική-ρωμαίικη και την έλευση της βαυαρικής Αντιβασιλείας και του Όθωνα , την οργάνωση της κοινωνικής και εθνικής ζωής δεν την ανέλαβαν πρωταρχικά οι Έλληνες αλλά και όσοι από τους Έλληνες τοποθετήθηκαν σε δεσπόζουσες θέσεις του κράτους δεν ήταν από εκείνους που είχαν αφομοιώσει την ελληνική παράδοση, αλλά οι αγνοούντες και οι απορρίπτοντες αυτήν φανατικά. Αποτέλεσμα, όλοι οι «θεσμοί» να περιέλθουν στην κυριαρχία του κράτους και να διαμορφωθούν και να επιβληθούν δυτικότροπα: η οικονομία, η παιδεία, ο στρατός, η διοίκηση, η οικογένεια, η δημοσιονομία, το φορολογικό σύστημα, η νομοθεσία. Το κράτος γίνεται απόλυτα γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συντελείται και η έκπτωση της Εκκλησίας σε θεσμό. Ήταν κάτι το αναπόφευκτο. Οι Βαυαροί αφού δεν θα μπορούσαν να πετύχουν σε καμιά περίπτωση την κατάργησή της, πέτυχαν τον απόλυτο έλεγχο πάνω της, την αποδυνάμωσαν και λίγο-πολύ την εξουδετέρωσαν μεταβάλλοντάς την σε ακίνδυνο «θεσμό». Η ορθοδοξία από περιέχον σύνολη την κοινωνική πραγματικότητα, καταντά κρατική θρησκευτική υπηρεσία. Μετά δε και την ανακήρυξη του Ελλαδικού Αυτοκέφαλου, τη βίαιη, δηλαδή, και αντικανονική απόσχιση της Ελλαδικής Εκκλησιάς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ακολουθούν πράξεις απίστευτης αγριότητας και εχθρότητας: καταστροφή εκατοντάδων βυζαντινών Εκκλησιών, διάλυση μοναστηριών (πάνω από 500 από το σύνολο των 600, που υπήρχαν τότε), διώξεις μοναχών και αγωνιστών κληρικών, έξαρση της προτεσταντικής προπαγάνδας, αποεκκλησιοποίηση της Παιδείας, είναι ορισμένα από τα έργα και τις ημέρες της Βαυαροκρατίας. Θα γράψει ο Μακρυγιάννης:

......Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καϊμένοι οἱ καλογέροι, ὁποῦ ἀφανίστηκαν εἰς τὸν ἀγώνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα τοὺς δρόμους, ὁποῦ αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια τῆς ἀπανάστασής μας. Ὅτι ἐκεῖ ἦταν καὶ οἱ τζεμπιχανέδες μας κι᾿ ὅλα τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου· ὅτ᾿ ἦταν παράμερον καὶ μυστήριον ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ θυσιάσαν οἱ καϊμένοι οἱ καλογέροι· καὶ σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τὸν ἀγώνα. Καὶ οἱ Μπαυαρέζοι παντήχαιναν ὅτ᾿ εἶναι οἱ Καπουτζίνοι τῆς Εὐρώπης, δὲν ἤξεραν ὅτ᾿ εἶναι σεμνοὶ κι᾿ ἀγαθοὶ ἄνθρωποι καὶ μὲ τὰ ἔργα τῶν χεριῶν τοὺς ἀπόχτησαν αὐτά, ἀγωνίζοντας καὶ δουλεύοντας τόσους αἰώνες· καὶ ζοῦσαν μαζί τους τόσοι φτωχοὶ κ᾿ ἔτρωγαν ψωμί. Καὶ οἱ ἀναθεματισμένοι τῆς πατρίδας πολιτικοί μας καὶ οἱ διαφταρμένοι ἀρχιγερεῖς κι᾿ ὁ τουρκοπιασμένος Κωσταντινοπολίτης Κωστάκης Σκινᾶς συνφώνησαν μὲ τοὺς Μπαυαρέζους καὶ χάλασαν καὶ ρήμαξαν ὅλους τοὺς ναοὺς τῶν μοναστηριῶν.

Σελ.77

Έτσι έγινε δυνατή η απρόσκοπτη επιβολή της εξουσίας του κράτους σε όλο το φάσμα της εθνικής ζωής, όταν μάλιστα ο παπικός βασιλέας κηρύχτηκε "κυριάρχης" της Εκκλησίας, έστω κι αν αυτό ίσχυε για το "διοικητικόν μέρος". Κι όλα αυτά γίνονται όχι γιατί οι Βαυαροί και όσοι έρχονται μαζί τους είναι άνθρωποι κακοί. Προέρχονται απλά από κοινωνίες και πολιτείες εντελώς διαφορετικές. Με διαφορετικά βιώματα και εμπειρίες, τις οποίες δεν βίωσε ο ελληνισμός στη δική του παράδοση. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του Μακρυγιάννη με τον Γάλλο Μαλέρμπ:

Του λέει ο Ευρωπαίος Μαλέρμπ: «Ένα θα σας βλάψει εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, όπου είναι αυτήνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένη».

Απαντάει ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος με βαθιά ριζωμένη μέσα του την ελληνορθόδοξη παράδοση: «Πράγμα τζιβαϊρικόν, πολυτίμητο, οπού το βαστήξαμεν εις την τυραννία του Τούρκου, δεν το δίνομεν τώρα, ούτε το καταφρονούμεν οι Έλληνες... Και τι έχεις εσύ δια μένα τι δοξάζω εγώ; ... Και όχι του λόγου σου να μου το ειπείς δεν σ' ακούγω, αλλά κι ο Θεός ο δικός σου να μου το ειπεί, δεν σαλεύει το μάτι μου»...

Μετά απ' όλα αυτά, πολύ διαγραμματικά και σύντομα, μπορούμε να περιγράψουμε τη διαμόρφωση του εθνικού μας βίου στις βασικές του διαστάσεις:

Α) Στην πολιτική ζωή, εκφραστές του πολιτικού βίου έγιναν τα κόμματα, τα οποία από την αρχή γίνονται όργανα και εκφραστές της ξένης επιρροής. Γαλλικό κόμμα, Αγγλικό και Ρούσικο. Το μόνο ελληνικό που τους έμεινε ήταν η αρχομανία των ηγεσιών τους.

Από την αρχή στον κομματικό-πολιτικό βίο επικρατούν η απεριόριστη κομματική συναλλαγή, το ρουσφέτι, οι τυφλοί φανατισμοί, η φαυλότητα, οι εκλογικές νοθείες.

Γράφει ο Μακρυγιάννης για την περίοδο αυτή: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεό να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπή πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν απ' όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμε τίποτας, σε ΄πηρεσίαν να μπούμεν, ένα βάζομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν. ..... Τέτοιοι μπαίνουν εις τα πράματα και τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο είναι ο τίμιος άνθρωπος να κάνει τα χρέη του πατριωτικώς. Οι αγωνισταί οι περισσότεροι και οι χήρες κι ορφανά δυστυχούν. Πολυτέλεια και φαντασία - γεμίσαμεν πλήθος πιανοφόρτια και κιθάρες. Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους, λεπτό δεν τους δίνομεν από αυτά - κάνουν επέβασιν εις τα πράματά μας. Και ποτές δεν βρίσκομεν ίσιον δρόμον. Πώς θα σωθούμεν εμείς μ' αυτά και θα σκηματιστούμεν εις την κοινωνία του κόσμου ως άνθρωποι; Ο Θεός ας κάμει το έλεός του να μας γλυτώσει από τον μεγάλον γκρεμνόν οπού τρέχομεν να τζακιστούμεν»

Β) Στον χώρο της λαϊκής θρησκευτικότητας και ευσέβειας παρατηρείται αργή αλλά σταθερή απομάκρυνση από τις παραδοσιακές γραμμές. Η θρησκευτικότητα που καλλιεργείται είναι απογυμνωμένη από το παραδοσιακό ανθρωπολογικό πρότυπο του αγίου. Είναι απλά αγωγή ηθικής καλυτέρευσης. Εξυπηρετεί κυρίως κοινωνικούς στόχους: τη δημιουργία χρηστών και ευπειθών πολιτών, καλών υπηκόων, ηθικών προσωπικοτήτων με αντικειμενικό κοινωνικό εκτόπισμα. «... δεν είναι εκκλησιαστική ούτε λειτουργική, δεν αναδεικνύει θεωμένους ανθρώπους, αλλά "΄καθώς πρέπει" μικροαστούς χριστιανούς...».

Εισάγονται, υπό την επίδραση του προτεσταντικού ευσεβισμού, οι λεγόμενες Χριστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πώς θα καθήσει, πώς θα φάει, πώς θα μιλήσει...». Τις συνέπειες αυτής της εισβολής επισημαίνει ο Κ. Δημαράς, γράφοντας: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας». Από τον αυθορμητισμό της καρδιάς και το ρωμαίικο ήθος, περνούσε έτσι το γένος στην τυποποιημένη συμπεριφορά των καλών τρόπων και του ηθικισμού.

Γ) Στον κοινωνικό βίο, το έθνος μαθαίνει μετά το 1821 να ταυτίζει τη Φραγκιά με τη σωτηρία του και τον εκπολιτισμό του. Εθίζεται να θεωρεί σαν απόδειξη πολιτιστικής προόδου και ευημερίας το πέρασμα από τη λαϊκή χειροτεχνία στα βιομηχανοποιημένα προϊόντα, από τα αριστουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής στα τερατουργήματα της σύγχρονης πολεοδομίας και από την βυζαντινή εικόνα στην αισθαντικότητα της Αναγέννησης. Ταυτόχρονα υποτιμά την παράδοσή του, την οποία και όταν εξυμνεί, την αντιμετωπίζει σαν είδος φολκλορικό και όχι σαν έκφραση ενός τρόπου ζωής που διασώζει την αυθεντικότητα του ανθρωπίνου προσώπου.

Η επαφή με τον δυτικό τρόπο σκέψης και ζωής παίρνει τεράστιες διαστάσεις κατά την πρώτη εικοσαετία μετά την απελευθέρωση, κυρίως μέσα στα σχολεία των προτεσταντών μισσιοναρίων(ιεραποστόλων), που ιδρύονται στον ελληνικό χώρο. Σ' αυτά άλλωστε σπούδαζαν οι ηγέτες της ελληνικής κοινωνίας του ΙΘ΄ αιώνα. Άνθρωποι δυτικοσπουδαγμένοι, με ελάχιστη έως καθόλου σχέση με την παράδοση και τους καημούς της χώρας τους, θα αναλάβουν τους εκπαιδευτικούς προγραμματισμούς και την ηγεσία της Ελλάδας.

Αυτή είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιέται, μεγαλώνει, πολεμάει κι αγωνίζεται μέχρι το τέλος της ζωής του ο στρατηγός Μακρυγιάννης.



ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Γεννιέται στο Αβορίτι (κοντά στο Λιδωρίκι της Δωρίδας - Ν. Φωκίδας) το 1897. Να πως μας περιγράφει ο ίδιος στα «Απομνημονεύματά» του την γέννησή του:

Ἡ πατρίς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι, χωριὸ τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη, τρεῖς ὧρες εἶναι ἀπὸ τὸ Λιδορίκι μακρυὰ τὸ ἄλλο τὸ χωριό, πέντε καλύβια. Οἱ γοναῖγοι μου πολὺ φτωχοὶ καὶ ἡ φτώχεια αὐτείνη ἦρθε ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν ντόπιων Τούρκων καὶ τῶν Ἀρβανίτων τοῦ Ἀλήπασσα. Πολυφαμελίτες οἱ γοναῖγοι μου καὶ φτωχοὶ καὶ ὅταν ἤμουνε ἀκόμα εἰς τὴν κοιλιὰ τῆς μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε διὰ ξύλα εἰς τὸν λόγκον. Φορτώνοντας τὰ ξύλα ῾στὸ νῶμο της, φορτωμένη εἰς τὸν δρόμον, εἰς τὴν ἐρημιά, τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι καὶ γέννησε ἐμένα μόνη της ἢ καϊμένη καὶ ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καὶ αὐτείνη τότε καὶ ἐγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της καὶ συγυρίστη, φορτώθη ὀλίγα ξύλα καὶ ἔβαλε καὶ χόρτα ἀπάνου εἰς τὰ ξύλα καὶ ἀπὸ πάνου ἐμένα καὶ πῆγε εἰς τὸ χωριόν. Σὲ κάμποσον καιρὸν ἔγιναν τρία φονικὰ εἰς τὸ σπίτι μας καὶ χάθη καὶ ὁ πατέρας μου. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα θέλαν νὰ μᾶς σκλαβώσουνε. Τότε διὰ νυχτὸς ὅλη ἡ φαμελιὰ καὶ ὅλο μας τὸ σόι σηκώθηκαν καὶ ἔφυγαν καὶ ἤθα παγαίνουν εἰς τὴν Λιβαδειὰ νὰ ζήσουνε ἐκεῖ. Θὰ πέρναγαν ἀπὸ ῾να γιοφύρι τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Στενό, δὲν πέρναγε ἀπὸ ἄλλο μέρος τὸ ποτάμι. Ἐκεῖ φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι νὰ περάσουν νὰ τοὺς πιάσουνε, καὶ δεκοχτῶ ἡμέρες γκιζεροῦσαν εἰς τὰ δάση ὅλοι κ᾿ ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καὶ ἐγὼ βύζαινα κ᾿ ἔτρωγα αὐτὸ τὸ γάλα. Μὴν ὑποφέρνοντας πλέον τὴν πείνα, ἀποφάσισαν νὰ περάσουνε ἀπὸ τὸ γιοφύρι, καὶ ὡς βρέφος ἐγὼ μικρό, νὰ μὴν κλάψω καὶ χαθοῦνε ὅλοι, ἀποφάσισαν καὶ μὲ πέταξαν εἰς τὸ δάσος, εἰς τὸν Κόκκινον ὀνομαζόμενον, καὶ προχώρεσαν διὰ τὸ γιοφύρι. Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καὶ τοὺς λέγει, «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφους θὰ μᾶς χάση, τοὺς εἶπε, περνᾶτε ἐσεῖς καὶ σύρτε εἰς τὸ τάδε μέρος καὶ σταθῆτε...1 τὸ παίρνω κι᾿ ἂν ἔχω τύχη καὶ δὲν κλάψη, διαβαίνομεν»...2 ἢ μητέρα του κι᾿ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε................................

Σελ. 11,12

ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ

(1804-1811) 14 χρόνων, θα βρεθεί στο πανηγύρι του αη Γιάννη

Ἔγινα ὡς δεκατέσσερων χρονῶν καὶ πῆγα εἰς ἕναν πατριώτη μου εἰς Ντεσφίνα. Ἦταν ὁ ἀδελφός του μὲ τὸν Ἀλήπασια καὶ ἦταν ζαπίτης αὐτὸς εἰς τὴν Ντεσφίναν. Στάθηκα μὲ ἐκεῖνον μίαν ἡμέρα. Ἦταν γιορτὴ καὶ παγγύρι τΆγιαννιου. Πήγαμεν εἰς τὸ παγγύρι, μὄδωσε τὸ ντουφέκι του νὰ τὸ βαστῶ. Ἐγὼ θέλησα νὰ τὸ ρίξω, ἐτζακίστη. Τότε μ᾿ ἔπιασε σὲ ὅλον τὸν κόσμον ὀμπρὸς καὶ μὲ πέθανε εἰς τὸ ξύλο. Δὲν μ᾿ ἔβλαβε τὸ ξύλο τόσο, περισσότερον ἡ ντροπὴ τοῦ κόσμου. Τότε ὅλοι τρώγαν καὶ πίναν καὶ ἐγὼ ἔκλαιγα. Αὐτὸ τὸ παράπονον δὲν ηὗρα ἄλλον κριτὴ νὰ τὸ εἰπῶ νὰ μὲ δικιώση, ἔκρινα εὔλογον νὰ προστρέξω εἰς τὸν Ἀϊγιάννη, ὅτι εἰς τὸ σπίτι τοῦ μό᾿ ῾γίνε αὐτείνη ἡ ζημία καὶ ἡ ἀτιμία. Μπαίνω τὴν νύχτα μέσα εἰς τὴν ἐκκλησιά του καὶ κλείω τὴν πόρτα κι᾿ ἀρχινῶ τὰ κλάματα μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ μετάνοιες, τ᾿ εἶναι αὐτὸ ὁποῦ ῾γινε ῾σ ἐμέναν, γομάρι εἶμαι νὰ μὲ δέρνουν; Καὶ τὸν περικαλῶ νὰ μοῦ δώσῃ ἄρματα καλὰ κι᾿ ἀσημένια καὶ δεκαπέντε πουγγιὰ χρήματα καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ φκιάσω ἕνα μεγάλο καντήλι ἀσημένιον. Μὲ τὶς πολλὲς φωνὲς κάμαμεν τὶς συμφωνίες μὲ τὸν ἅγιον.......

...................................................................................................

Σελ. 13,14

(1811-1821) 24 ετών θα πραγματοποιήσει το τάμα του και θα μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία

..........Τότε ἔφκιασα ντουφέκι ἀσημένιον, πιστιόλες καὶ ἄρματα καὶ ἕνα καντήλι καλό. Καὶ ἀρματωμένος καλὰ καὶ συγυρισμένος τὸ πῆρα καὶ πῆγα εἰς τὸν προστάτη μου καὶ εὐεργέτη μου κι᾿ ἀληθινὸν φίλον, τὸν Ἁϊγιάννη, καὶ σώζεται ὡς τὸν σήμερον - ἔχω καὶ τ᾿ ὄνομά μου γραμμένο εἰς τὸ καντήλι. Καὶ τὸν προσκύνησα μὲ δάκρυα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα μου, ὅτι θυμήθηκα ὅλες μου τὶς ταλαιπωρίες ὁποῦ δοκίμασα...

σελ. 15

ΜΥΗΣΗ ΣΤΗ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

........Κατεβάζει τὶς εἰκόνες ὅλες καὶ μ᾿ ὁρκίζει καὶ ἀρχινάγει νὰ μὲ βάλῃ εἰς τὸ μυστήριον. Ἀφοῦ προχώρεσε, τότε τ᾿ ὁρκίστηκα ὅτι δὲν θὰ τὸ μαρτυρήσω κανενού, ὅμως νὰ μοῦ δώσῃ καιρὸν ὀχτὼ ἡμέρες νὰ συλλογιστῶ ἂν εἶμαι ἄξιος δι᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριον καὶ ἂν μπορῶ νὰ ὠφελήσω, νὰ τὸ λάβω, ἢ νὰ κάτζω, εἶναι σὰ νὰ μὴν τὸ ξέρω ὁλότελα. Πῆγα στοχάστηκα καὶ τάβαλα ὅλα ὀμπρὸς καὶ σκοτωμὸν καὶ κιντύνους καὶ ἀγῶνες - θὰ τὰ πάθω διὰ τὴν λευτερίαν τῆς πατρίδος μου καὶ τῆς θρησκείας μου. Πῆγα καὶ τοῦ εἶπα: «Εἶμαι ἄξιος». Τοῦ φίλησα τὸ χέρι, ὁρκίστηκα. Τὸν περικάλεσα νὰ μὴ μοῦ μαρτυρήσῃ τὰ σημεῖα τῆς κατήχησης, ὅτ᾿ εἶμαι νέος καὶ νὰ μὴν ἀντέσω καὶ λυπηθῶ τὴν ζωή μου καὶ προδώσω τὸ μυστήριον καὶ κιντυνέψη ἡ πατρίς. Συφωνήσαμεν καὶ εἰς αὐτὸ καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ὅθεν δουλέψω, χρήματα... καὶ κατάχρησες δὲν μπορῶ νὰ κάμω, ὅμως νὰ παίρνω ἀπὸ ῾να ἀποδειχτικόν, αὐτὰ τὰ πλούτη νὰ κάνω. Καὶ ἡ εὐκὴ τοῦ παπᾶ τοῦ εὐλογημένου καὶ τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου, ὡς τὴν σήμερον δὲν μ᾿ ἄφησε ὁ Θεὸς νὰ ντροπιαστώ. Τράβησα δεινά, πληγὲς καὶ κιντύνους, ὅμως εἶμαι καλὰ σὰν θέλει ὁ Θεός.................................

Σελ.16,17

Μετά την μύησή του στη Φιλική Εταιρεία, στρατεύεται στον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας και επιδεικνύει απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ας τον ακούσουμε πως περιγράφει ο ίδιος κάποιες στιγμές του αγώνα του:

Στους Μύλους, όπου και θα τραυματιστεί σοβαρά

.......Ἐκεῖ ὁποὔύφκειανα τῆς θέσες εἰς τοὺς Μύλους ἦρθε ὁ Ντερνὺς νὰ μὲ ἰδῆ. Μοῦ λέγει: «Τί κάνεις αὐτοῦ; Αὐτὲς οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες· τί πόλεμον θὰ κάμετε μὲ τὸν Μπραΐμη αὐτοῦ; - Τοῦ λέγω, εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες κ᾿ ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεὸς ὁποῦ μας προστατεύει· καὶ θὰ δείξωμεν τὴν τύχη μας ῾σ αὐτὲς τῆς θέσες τῆς ἀδύνατες. Κι᾿ ἂν εἴμαστε ὀλίγοι εἰς τὸ πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριώμαστε μ᾿ ἕναν τρόπον, ὅτι ἡ τύχη μας ἔχει τοὺς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλαιόθεν καὶ ὡς τώρα, ὅλα τὰ θερία πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε· τρῶνε ἀπὸ ῾μάς καὶ μένει καὶ μαγιά. Καὶ οἱ ὀλίγοι ἀποφασίζουν νὰ πεθάνουν· κι᾿ ὅταν κάνουν αὐτείνη τὴν ἀπόφασιν, λίγες φορὲς χάνουν καὶ πολλὲς κερδαίνουν. Ἡ θέση ὁποῦ εἴμαστε σήμερα ἐδῶ εἶναι τοιούτη· καὶ θὰ ἰδοῦμεν τὴν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μὲ τοὺς δυνατούς. - «Τρὲ μπιεν», λέγει κι᾿ ἀναχώρησε ὁ ναύαρχος.

Σελ. 170-171

.......Ἔκατζα νὰ φάγω ψωμί. Ἦρθαν τέσσεροι ἀξιωματικοὶ Γάλλοι μ᾿ ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν φεργάδα νὰ πάρουνε μέσα τῆς τουλοῦμπες καὶ τ᾿ ἄλλα τοὺς τὰ πράματα, ὁποῦ κάναν νερό, ὁποῦ πλέναν τὰ σκουτιά τους, νὰ μὴν χαθοῦνε ὁποῦ θ᾿ ἄνοιγε ὁ πόλεμος. Κράτησα τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ φάγαμεν μαζί. Μοῦ λένε: «Εἶστε πολλὰ ὀλίγοι κι᾿ αὐτεῖνοι πολλοί, οἱ Τοῦρκοι, καὶ ταχτικοί· κι αὐτείνη ἡ θέση εἶναι ἀδύνατη. Ἔχει καὶ κανόνια ὁ Μπραΐμης καὶ δὲν θὰ βαστάξετε. - Τοὺς λέγω, ὅταν σηκώσαμεν τὴν σημαία ἀναντίον τῆς τυραγνίας, ξέραμεν ὅτ᾿ εἶναι πολλοὶ αὐτεῖνοι καὶ μαθητικοὶ κ᾿ ἔχουν καὶ κανόνια κι᾿ ὅλα τὰ μέσα· ἐμεῖς ἀπ᾿ οὖλα εἴμαστε ἀδύνατοι· ὅμως ὁ Θεὸς φυλάγει καὶ τοὺς ἀδύνατους· κι᾿ ἂν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διὰ τὴν πατρίδα μας, διὰ τὴν θρησκεία μας, καὶ πολεμοῦμεν ὅσο μποροῦμεν ἀναντίον τῆς τυραγνίας· κι᾿ ὁ Θεὸς βοηθός. Αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι γλυκός, ὅτι κανένας δὲν θὰ γένη ἀθάνατος· κι᾿ ὅταν ὁ Χάρος θαρθῆ νὰ μᾶς πάρη, ὅταν θέλη, ἄρρωστους καὶ δυστυχεῖς, καλύτερα σήμερα νὰ πεθάνωμεν». Μὲ φίλησε ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ τὸν φίλησα κ᾿ ἐγώ. Ὕστερα φύγαν.

173-174

Σ' όλη τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων θα σταθεί τίμιος και δεν διαφθαρεί:

Ἦταν καὶ κάτι ἀρχοντόπουλα κι᾿ ἀγαποῦσαν τὶς γυναῖκες, στανικῶς πιάσαν ἕνα κορίτζι νὰ τὸ διατιμήσουν. Πῆγα καὶ τοὺς ἔπιασα, τὴν εἶχαν κρυμμένη σὲ μίαν κασσέλα μέσα, μαζὶ μὲ τὴν κοντόσα, καὶ τὴν φοβέριζαν νὰ μὴν μιλήσῃ, ὅτι τὴν σκοτώνουν. Ἐψάξαμε, τὶς ηὕραμε μέσα, καὶ σὲ μία σακκούλα ηὕραμε ἀρκετὰ χρήματα. Πῆρα τὴν σακκούλα καὶ τοὺς λέγω: «Ἐσεῖς νοικοκυρόπουλα εἶστε, νὰ βοηθήσετε κ᾿ ἐσεῖς νὰ λευτερωθῇ ἡ πατρίδα, ἢ παντίδοι; Νὰ σᾶς πιάσῃ στανικῶς τὴν ἀδελφή σας τόσες ἡμέρες νὰ κάνῃ ἕνας τὸ κέφι του καλὰ σᾶς ἔρχεται; Δὲν τὸν σκοτώνετε τὸν αἴτιον; - Ναί, ἔλεγαν. - Ἐγὼ δὲν σᾶς πειράζω, οὔτε θέλω νὰ μαθευτῆτε. Τὸ κορίτζι νὰ τὸ δικιώσετε. Ὅπου βρῆτε γυναίκα ὁποῦ σᾶς θέλῃ μοναχή της, νὰ πᾶτε ἐλεύτερα· στανικῶς - σκοτωνόμαστε».

Σελ.90

Μίαν βραδειὰ τρώγαμε ψωμὶ εἰς τὸ κάστρο μὲ τὸν Γκούρα καὶ φαμελιάν του, ἔστειλε καὶ μὲ ζήτησε ὁποῦ τρώγοντας, ἦρθε ὁ Δυσσέας. Βῆκε ἡ γυναίκα σὲ καμπόσο ὄξω. Λέγει ὁ Δυσσέας: «Κάτι θὰ μιλήσουμε. - Ἂν ἔχετε μυστικά, τοῦ λέγω, βγαίνω κ᾿ ἐγὼ ἔξω νὰ σᾶς ἀφήσω μόνους σας. - Ὄχι, μοῦ λέγει, θὰ μιλήσουμε οἱ τρεῖς» Ἀνοίγει τὸ παλεθύρι, μοῦ λέγει: «Τήρα κάτου Μακρυγιάννη». Ἐγὼ ὑποπτεύθηκα νὰ μὴν ρίξουν κάτου ἀπὸ τὸ κάστρο. Τοῦ λέγω: «Τί νὰ τηράξω, τὸν τόπο τὸν ξέρω ἀπὸ μακρυά. - Τήραξε, τί βλέπεις; μοῦ εἶπε. - Σπίτια, τοῦ λέγω. - Καὶ κάτου, παρακάτου βλέπεις τὶς ἐλιὲς καὶ τὰ περιβόλια. Ὅλα δικά μας εἶναι, διὰ ῾κεῖνο σᾶς ἤφερα εἰς τὴν Ἀθήνα. - Τοῦ λέγω, ἂς εἶσαι καλά, καπετᾶνε, ὁποῦ μᾶς θυμᾶσαι. - Ἔχασες τὰ δικά σου, μοῦ εἶπε, παίρνεις ἄλλα περισσότερα. Διὰ νὰ τὰ πάρωμε ὅμως χρειάζεται νὰ κάμωμε ἕνα πράμα, νὰ παστρέψωμε καμμιὰν εἰκοσιαριὰ ἀγκάθια ἀπὸ τούτους τοὺς γκαγκαραίους. Ὅποτε θέλῃς ἐσύ, γίνεται. - Νὰ ἰδοῦμε ἂν εἶναι καλό, τοῦ εἶπα, νὰ τὸ στοχαστοῦμε πρῶτα. .................... Ὅμως θὰ κάμωμε πατρίδα μ᾿ αὐτά, θὰ λευτερωθοῦμε ἔτζι; Αὐτὰ εἶναι τυραγνικὰ πράματα καὶ δὲν σοῦ φέρνουν ὑπόληψη. Χάνεται τ᾿ ὄνομά σου. .............Ξέρεις τί σὲ συβουλεύω; Νὰ πάρῃς χίλιους, δυὸ χιλιάδες ἀσκέρι - νὰ εἶμαι ὁ χερότερος ἐγὼ - καὶ νὰ πᾶς νὰ πολεμήσῃς διὰ τὴν πατρίδα, νὰ τὴν σώσης, καὶ ἐσὺ νὰ δοξαστῇς καὶ νὰ σὲ λένε εὐεργέτη, κατὰ τ᾿ ὄνομα ὁπόχεις. Καὶ τέτοια θέλω νὰ κάνῃς ἐσὺ κι᾿ ὄχι ν᾿ ἀκῶ τυραγνικὰ πράματα. Κι᾿ αὐτὰ νὰ μὴ μάτα τὰ εἰπῇς. Κ᾿ ἐγὼ βίον δὲν θέλω». ..........

Σελ. 90-91

Στον εμφύλιο, που δυστυχώς θα ξεσπάσει εν μέσω του αγώνα, θα εμπλακεί με μοναδικό σκοπό τη σωτηρία της πατρίδας. Θα μετανιώσει γι' αυτό και όταν του ξαναζητούν τη συμμετοχή του σε κάτι ανάλογο θα απαντήσει:

«Πενήντα χιλιάδες νὰ μοῦ δώσετε, κρέας διὰ ἐμφύλιον πόλεμον δὲν πουλῶ!»

Σελ. 118

Το 1829 αρχίζει να γράφει τα «Απομνημονεύματά» του

Μας λέει:

Εἶμαι διορισμένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς δύναμης τῆς Πελοπόννησος καὶ Σπάρτης. Ὁ σταθμός μου εἶναι ἐδῶ εἰς Ἄργος.....

Καὶ γιὰ νὰ μὴν τρέχω εἰς τοὺς καφφενέδες καὶ σὲ ἄλλα τοιούτα καὶ δὲν τὰ συνηθῶ ....... καταγίνηκα ἕνα δυὸ μῆνες νὰ μάθω ἐτοῦτα τὰ γράμματα ὁποῦ βλέπετε, ἐφαντάστηκα νὰ γράψω τὸν βίον μου, ὅσα ἔπραξα εἰς τὴν μικρή μου ἡλικία καὶ ὅσα εἰς τὴν κοινωνία, ὅταν ἦρθα σὲ ἡλικία, καὶ ὅσα διὰ τὴν πατρίδα μου, ὁποῦ μπῆκα εἰς τῆς Ἐταιρίας τὸ μυστήριον διὰ τὸν ἀγώνα τῆς λευτεριᾶς μας καὶ ὅσα εἶδα καὶ ξέρω ὁποῦ ῾γιναν εἰς τὸν Ἀγώνα, καὶ σὲ ὅσα κατὰ δύναμη συμμέθεξα κ᾿ ἐγὼ κ᾿ ἔκαμα τὸ χρέος μου, ἐκεῖνο ὁποῦ μποροῦσα.

Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος, νὰ βαρύνω τοὺς τίμιους ἀναγνῶστες καὶ μεγάλους ἄντρες καὶ σοφοὺς κοινωνίας καὶ νὰ τοὺς βάλω σὲ βάρος, νὰ τοὺς κινῶ τὴν περιέργειά τους καὶ νὰ χάνουν τὶς πολυτίμητες στιμὲς εἰς αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος αὐτείνη τὴν ἀδυναμίαν, σᾶς ζητῶ συγνώμη εἰς τὸ βάρος ὁποῦ θὰ σᾶς δώσω.

Ἂν εἶμαι τίμιος ἄνθρωπος, θέλω γράψη τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἔγιναν τὰ γραφόμενα, ὁποῦ θὰ σημειώσω. Ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες ἔχετε χρέος πρῶτα νὰ ῾ρευνήσετε διὰ τὴν διαγωγή μου, πῶς φέρθηκα εἰς τὴν κοινωνία καὶ Ἀγώνα, καὶ ἂν τιμίως φέρθηκα, βάλετε βάση καὶ εἰς τὰ γραφόμενά μου, ἂν ἀτίμως φέρθηκα, μὴν πιστεύετε τίποτας. .........................

...................................................

Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν καὶ πρέπει νὰ θυσιάζη καὶ πατριωτισμὸν καὶ νὰ ζῆ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του ὡς τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινωνία. Καὶ τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα, τὸ ἀναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καὶ βάρος γῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὡς πατρίδα γενικὴ τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἔργο τῶν ἀγώνων τοῦ μικρότερου καὶ ἀδύνατου πολίτη, ἔχει κι᾿ αὐτὸς τὰ συμφέροντά του εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, εἰς αὐτείνη τὴν θρησκεία. Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ βαρύνεται καὶ νὰ ἀμελῆ αὐτά, καὶ ὁ προκομμένος πρέπει νὰ φωνάζη ὡς προκομμένον ἀλήθεια, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἁπλός. Ὅτι κρικέλλα δὲν ἔχει ἡ γῆς νὰ τὴν πάρη κανεὶς εἰς τὴν πλάτη του, οὔτε ὁ δυνατός, οὔτε ὁ ἀδύνατος, καὶ ὅταν εἶναι ὁ καθεὶς ἀδύνατος εἰς ἕνα πράμα καὶ μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ πάρη τὸ βάρος καὶ παίρνει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ βοηθοῦν, τότε νὰ μὴν φαντάζεται νὰ λέγη ὁ αἴτιος ἐγώ, νὰ λέγη ἐμεῖς. .....................................................................

......................................................................................................

Ὅσα ἔπαθε ἡ πατρὶς διὰ τοὺς «νόμους» καὶ τὸ καλὸ αὐτεινῶν καὶ ὅσα παληκάρια σκοτώθηκαν, δὲν τἄπαθε ἡ πατρὶς εἰς τὸν ἀγώνα τῶν Τούρκων. Κατοικίσαμεν τοὺς κατοίκους μέσα τὰ σπήλαια καὶ ζοῦνε μὲ τὰ θερία καὶ ρημώσαμε τοὺς τόπους καὶ ἐγίναμε ἡ παραλυσία τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτά μου δώσαν ἀφορμὴ νὰ μάθω γράμματα εἰς τὰ γεράματα, νὰ τὰ σημειώσω ὅλα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἤμουν καὶ ἐγώ. Ἂς γράψῃ ἄλλος διὰ ῾μένα ὅ,τι γνωρίζη. Ἐγὼ τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν εἰπῶ γυμνή. Ὅτι ἔχω τὸ μερίδιό μου, ῾σ αὐτείνη τὴν πατρίδα θὰ ζήσω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου. Ὅτ᾿ ἤμουν νέος καὶ στραβογέρασα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεινά της πατρίδας, πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸ σῶμα μου εἰς διάφορους ἀγῶνες πατρίδος καὶ ἀποκαταστάθηκα μισὸς ἄνθρωπος καὶ τὸν περισσότερον καιρὸ εἶμαι εἰς τὰ ροῦχα ἀστενὴς ἀπὸ αὐτά.

Δοξάζω τὸν Θεὸν ὁποῦ δὲν μοῦ σήκωσε τὴν ζωή μου καὶ εὐκαριστῶ καὶ τὴν πατρίδα μου ὁποῦ μὲ τίμησε βαθμολογώντας κατὰ τὴν τάξη, κατὰ τὶς περίστασες, ὡς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ καὶ ζῶ ὡς ἄνθρωπος μ᾿ ἐκεῖνο ὁποῦ εὐλόγησε ὁ Θεὸς χωρὶς νὰ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησή μου, χωρὶς νὰ γυμνώσω κανέναν οὔτε μίαν πιθαμὴ γῆς.

Σελ. 7,8,9,10

Και η πατρίδα ελευθερώνεται. Ο Καποδίστριας πρώτος κυβερνήτης. Ο Μακρυγιάννης πανηγυρίζει, αγαπά τον κυβερνήτη, μα αυτό δεν τον εμποδίζει να τον κρίνει όταν εκτιμά πως δε φέρεται σωστά έναντι των αγωνιστών:

......Τὴν αὐγή, ἦταν Κυργιακή, πῆγε ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν ἐκκλησιά, κι᾿ ἐγὼ πῆγα καὶ τὸ ῾πιασα τὸ σπίτι. Ἦρθε, μ᾿ εἶδε. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. - Τὸν Κυβερνήτη τῆς πατρίδας μου. - Δὲν ἔχω καιρό, μοῦ λέγει. - Δὲν ἔχω κι᾿ ἐγὼ καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ ἄλλη βολὰ (ὅτι ψάχναν νὰ μὲ βροῦνε νὰ μὲ πᾶνε εἰς τὸ Παλαμήδι). - Φεύγα, μοῦ λέγει· δὲν ἀδειάζω. - Πουθενὰ δὲν πάγω!» Ἄρχισαν οἱ ἄνθρωποί του νὰ μὲ κακομεταχειρίζωνται. Τότε μαλλώσαμεν. Ἔστειλε καὶ πῆγα μέσα. «Τί θέλεις;» μοῦ λέγει. Νὰ μ᾿ ἀκούσῃς· τὴν κατάστασή μου τὴν ξόδιασα, τὰ ὑποστατικά μου καὶ σπίτι μου τά ῾χασα. Εἰκοσιέξι ἀνθρώπους πῆγαν νὰ μᾶς κρεμάσουνε, μόνος μου γλύτωσα. Ἑβδομήντα πέντε ἡμέρες μὲ τυραγνοῦσαν μὲ σίδερα εἰς τὰ ποδάρια κι᾿ ἄλλους παιδεμοὺς νὰ μαρτυρήσω τὸ μυστικὸν τῆς Ἐταιρίας, τρόμαξα νὰ γλυτώσω. Πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδας. Τοῦτα τ᾿ ἄρματα δὲν μοῦ τὰ ντρόπιασε ὁ Θεός, ὁποῦ τά ῾χω ἀπὸ δέκα πέντε χρονῶν παιδὶ -θέλει νὰ μοῦ τὰ ντροπιάσῃ ὁ Κυβερνήτης τῆς πατρίδας μου. Λάβε τα. (Ἔβγαλα τὸ σπαθί, τῆς πιστιόλες τὰ ῾βαλα στὸ τραπέζι). Κᾶμε ὅ,τι ἀγαπᾶς τώρα· στεῖλε με ἐκεῖ ὁποῦ θέλεις (Παίρνει καὶ ματαβαίνει ὀπίσου τ᾿ ἄρματα εἰς τὸ ζουνάρι μου). Δὲν τὰ θέλω, τοῦ λέγω. Κᾶμε μου ὅρκον ὅτι δὲν μὲ ντροπιάζεις, κι᾿ ἔτζι τὰ βαίνω ἀπάνου μου». Τότε μό ῾καμεν ὅρκο καὶ τὰ πῆρα κι᾿ ἔφυγα. Καὶ δὲν ἔκαμεν ἐξορία καὶ τοὺς ἄλλους στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἄργος, οὔτε ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι.

Σελ.26

Λυπάται για τον θάνατο του Καποδίστρια, αναθαρρεί με την έλευση των Βαυαρών, γρήγορα απογοητεύεται με τις ενέργειες της ανιβασιλείας και αναφωνεί:

......Καὶ τί σας ἔκαμεν αὐτὸ τ᾿ ὄνομα τῶν Ἑλλήνων ἐσᾶς τῶν γενναίων ἀντρῶν τῆς Εὐρώπης, ἐσᾶς τῶν προκομμένων, ἐσᾶς τῶν πλούσιων; Ὅλοι οἱ προκομμένοι ἄντρες τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, οἱ γοναῖγοι ὅλης τῆς ἀνθρωπότης, ὁ Λυκοῦργος, ὁ Πλάτων, ὁ Σωκράτης, ὁ Ἀριστείδης, ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Λεωνίδας, ὁ Θρασύβουλος, ὁ Δημοστένης καὶ οἱ ἐπίλοιποι πατέρες γενικῶς τῆς ἀνθρωπότης κοπιάζαν καὶ βασανίζονταν νύχτα καὶ ἡμέρα μ᾿ ἀρετή, μὲ ῾λικρίνειαν, μὲ καθαρὸν ἐνθουσιασμὸν νὰ φωτίσουνε τὴν ἀνθρωπότη καὶ νὰ τὴν ἀναστήσουν νά ῾χη ἀρετὴ καὶ φῶτα, γενναιότητα καὶ πατριωτισμόν. Ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ μεγάλοι ἄντρες τοῦ κόσμου κατοικοῦνε τόσους αἰῶνες εἰς τὸν Ἅδη ῾σ ἕναν τόπον σκοτεινὸν καὶ κλαῖνε καὶ βασανίζονται διὰ τὰ πολλὰ δεινὰ ὁποῦ τραβάγει ἡ δυστυχισμένη μερικὴ πατρίδα τους. Χάνοντας αὐτεῖνοι, ἐχάθη καὶ ἡ πατρίδα τους ἢ Ἑλλάς, ἔσβυσε τ᾿ ὄνομά της. Αὐτεῖνοι δὲν τήραγαν νὰ θησαυρίσουνε μάταια καὶ προσωρινά, τήραγαν νὰ φωτίσουν τὸν κόσμο μὲ φῶτα παντοτινά. Ἕντυναν τοὺς ἀνθρώπους ἀρετή, τοὺς γύμνωναν ἀπὸ τὴν κακὴ διαγωή· καὶ τοιούτως θεωροῦσαν γενικῶς τὴν ἀνθρωπότη καὶ γένονταν δάσκαλοι τῆς ἀλήθειας. Κάνουν καὶ οἱ μαθηταὶ τοὺς οἱ Εὐρωπαῖοι τὴν ἀνταμοιβὴ εἰς τοὺς ἀπογόνους ἐμᾶς - γύμναση τῆς κακίας καὶ παραλυσίας. Τέτοι᾿ ἀρετὴ ἔχουν, τέτοια φῶτα μας δίνουν. Μιὰ χούφτα ἀπογόνοι ἐκεινῶν τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων χωρὶς ντουφέκια καὶ πολεμοφόδια καὶ τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἀναγκαῖα του πολέμου ξεσκεπάσαμεν τὴν μάσκαρα τοῦ Γκρᾶν Σινιόρε, τοῦ Σουλτάνου, ὁποῦ ῾χε εἰς τὸ πρόσωπόν του κ᾿ ἔσκιαζε ἐσέναν τὸν μεγάλον Εὐρωπαῖον. Καὶ τοῦ πλέρωνες χαράτζι ἐσὺ ὁ δυνατός, ἐσὺ ὁ πλούσιος, ἐσὺ ὁ φωτισμένος, καὶ τὸν ἔλεγες Γκρᾶν Σινιόρε, φοβώσουνε νὰ τὸν εἰπῆς Σουλτάνο. Ὅταν ὁ φτωχὸς ὁ 'Ἕλληνας τὸν καταπολέμησε ξυπόλυτος καὶ γυμνὸς καὶ τοῦ σκότωσε περίτου ἀπὸ τετρακόσες χιλιάδες ἀνθρώπους, τότε πολέμαγε καὶ μ᾿ ἐσένα τὸν χριστιανὸν - μὲ τῆς ἀντενέργεις σου καὶ τὸν δόλο σου καὶ τὴν ἀπάτη σου κ᾿ ἐφόδιασμα τῆς πρῶτες χρονιὲς τῶν κάστρων. Ἂν δὲν τὰ ῾φόδιαζες ἐσὺ ὁ Εὐρωπαῖγος, ἤξερες ποὺ θὰ πηγαίναμεν μ᾿ ἐκείνη τὴν ὁρμή. Ὕστερά μας γιομώσετε καὶ φατρίες - ὁ Ντώκινς μας θέλει Ἄγγλους, ὁ Ρουγᾶν Γάλλους, ὁ Κατακάζης Ρούσσους· καὶ δὲν ἀφήσετε κανέναν Ἕλληνα - πῆρε ὁ καθείς σας τὸ μερίδιον του· καὶ μᾶς καταντήσετε μπαλαρίνες σας· καὶ μᾶς λέτε ἀνάξιούς της λευτεριᾶς

μας, ὅτι δὲν τὴν αἰστανόμαστε. Τὸ παιδὶ ὅταν γεννιέται, δὲν γεννιέται μὲ γνώση· οἱ προκομμένοι ἄνθρωποι τὸ ἀναστήνουν καὶ τὸ προκόβουν. Τέτοια ἠθικὴ εἴχετε ἐσεῖς καὶ προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κ᾿ ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς.

Ὅμως τοῦ κάκου κοπιάζετε. Ἂν δὲν ὑπάρχει ῾σ ἐσᾶς ἀρετή, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέα. Ὅτι ἐκεινοῦ ἡ δικαιοσύνη μας ἔσωσε καὶ θέλει μας σώση· ὅτι ὅσα εἶπε αὐτὸς εἶναι ὅλα ἀληθινὰ καὶ δίκαια - καὶ τὰ δικά σας ψέματα δολερά. Κι᾿ ὅλοι οἱ τίμιοι Ἕλληνες δὲν θέλει κανένας οὔτε νὰ σᾶς ἀκούσῃ, οὔτε νὰ σᾶς ἰδῇ, ὅτι μας φαρμάκωσε ἡ κακία σας, ὄχι τῶν φιλανθρώπων ὑπηκόγωνέ σας, ἐσᾶς τῶν ἀνθρωποφάγων ὀπ᾿ οὖλο ζωντανοὺς τρῶτε τοὺς ἀνθρώπους καὶ ῾περασπίζεστε τοὺς ἄτιμους καὶ παραλυμένους· καὶ καταντήσετε τὴν κοινωνία παραλυσία.

Σελ. 52,53

Αντιδικεί με τον Άιντεκ, ενός εκ των τριών Αντιβασιλέων, γιατί δεν μπορεί να βλέπει την αδικία

......Ὁ φίλος μου ὁ Ἀϊντὲκ ἐπειράχτη καὶ μὸ ῾κρινε μὲ πολὺ φαρμάκι· «Ὅ,τι σας λένε αὐτὸ θὰ κάμετε καὶ γνῶμες δὲν μπορεῖτε νὰ δώσετε, ὅτι ἡ Μπαυαρία ἔχει τριάντα χιλιάδες μπαγεννέτα καὶ φέρνει ἐδῶ καὶ σᾶς ὑποτάζει. Τότε βρέθηκα εἰς θέση δεινή· νὰ μὴν μιλήσω δὲν μποροῦσα, ὅτι ἀδικιώνταν οἱ ἀγωνισταὶ καὶ βραβεύονταν οἱ κόλακες. Τοῦ λέγω· «Δυστυχία μας τῶν καϊμένων!» Κακὰ καὶ ψυχρὰ θὰ πάμεν. Ἐγώ σου μίλησα ἀλλοιῶς κι᾿ ἐσύ μου ἀπαντεῖς διαφορετικὰ μὲ «μπαγεννέτα». Σᾶς λέγω ὡς φίλος νὰ πασκίσετε καὶ τὸν Βασιλέα κ᾿ ἐσᾶς ν᾿ ἀγαποῦμεν κι᾿ ὄχι νὰ σᾶς φοβώμαστε. Ὅτι τὸν κιοτὴ χίλιες φορὲς νὰ τὸν ἔβρης κιοτὴ καὶ νὰ τὸν χτυπᾶς, πάγει καλά· μιὰ νὰ σὲ χτυπήσῃ, δὲν σὲ φοβᾶται πλέον. Κι᾿ αὐτείνη ἡ πατρίδα δὲν λευτερώθη μὲ παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αἵματα καὶ θυσίες· κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ ἔγινε βασίλειον - κι᾿ ὄχι νὰ βραβεύωνται ὁλοένα οἱ κόλακες, κ᾿ οἱ ἀγωνισταὶ ν᾿ ἀδικιῶνται. Ὅτι ὅταν σκοτώνονταν οἱ ἀγωνισταί, αὐτεῖνοι κοιμώνταν. Κι᾿ ὅσο ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου δὲν ἀγαπῶ ἄλλο τίποτας. Νὰ ῾ρθῆ ἕνας νὰ μοῦ εἰπῆ ὅτι θὰ πάγη ὀμπρὸς ἡ πατρίδα, στρέγομαι νὰ μοῦ βγάλη καὶ τὰ δυό μου μάτια. Ὅτι ἂν εἶμαι στραβός, καὶ ἡ πατρίδα μου εἶναι καλά, μὲ θρέφει· ἂν εἶναι ἡ πατρίδα μου ἀχαμνά, δέκα μάτια νά ῾χω, στραβὸς θὰ νὰ εἶμαι. Ὅτι ῾σ αὐτείνη θὰ ζήσω, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πάγω ἀλλοῦ. - Μοῦ λέγει, τὸν Βασιλέα δὲν τὸν ἀγαπᾶς; - Ὄχι, τοῦ λέγω· δὲν ξέρω ψέματα. Ὅταν χαθῆ ἡ πατρίδα μου, οὔτε αὐτὸς μ᾿ ἔχει ὑπήκογόν του, οὔτε ἐγὼ βασιλέα. Καὶ δι᾿ αὐτὸ χρειάζεται δικαιοσύνη ἀπὸ σᾶς, κι᾿ ὄχι φοβέρτες μὲ μπαγεννέτες.

Σελ.60

.......Κι᾿ ὅποτε ἀπόσταινα ἔκλαιγα βλέποντας τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁποῦ πολεμούσαμεν μὲ τόση Τουρκιὰ καὶ πληγωνόμαστε καὶ σκοτωνόμαστε - καὶ ῾σ αὐτείνη τὴν γῆς ὁποῦ ζυμώσαμεν μὲ τὸ αἷμα μας θέλουν νὰ μᾶς θάψουν ἀδίκως καὶ παράωρα ὅσοι μᾶς κάναν σίγρι ἀπὸ μακρυά, ὅταν κιντυνεύαμεν. Μᾶς πῆραν τὴν ματοκυλισμένη μας γῆς, τὴν ἀγόρασαν ἀπό ῾να γρόσι τὸ στρέμμα, καὶ βάλαν ἐμᾶς μὲ τ᾿ ἀλέτρι καὶ τραβοῦμεν τὸ γενὶ καὶ βγάνομεν τῶν συγγενῶν μας τὰ κόκκαλα· καὶ οἱ ἀφεντάδες μας περπατοῦνε μὲ τῆς καρότζες τους, καὶ οἱ ἀγωνισταὶ δὲν ἔχουν οὔτε γουμάρι· καὶ ξυπόλυτοι καὶ γυμνοὶ διακονεύουν εἰς τὰ σοκάκια. Ἔφκειασα τὸ σπίτι μου καὶ φύτεψα κι᾿ ἀμπέλι κι᾿ ἄλλα δέντρα κ᾿ ἐργάζομαι ὡς τὸ σουρούπωμα νὰ μὲ γλυτώσῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς ἐπίβουλους ἀπατεῶνες.

Σελ.74

......Εἶδα αὐτό, καὶ πέθαιναν καὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ παλιοκλήσια, ὁπλαρχηγοὶ κι᾿ ἄλλοι, κι᾿ ἀπὸ τὴν πείνα κι᾿ ἀπὸ τὸ κρύον, τότε στοχάστηκα: Οἱ ἀγωνισταὶ νὰ πεθαίνουν τῆς πείνας, κ᾿ ἐμεῖς νὰ πλερωνώμαστε ὀλίγοι ἄνθρωποι; Ἐμεῖς οἱ ὀλίγοι φέραμεν τὴν λευτεριά; Νὰ κόψωμεν κ᾿ ἐμεῖς τὸν μιστόν μας, εἴτε νὰ πάρουν καὶ οἱ ἀδελφοί μας συναγωνισταί! Εἰδὲ ξίκι νὰ γένῃ καὶ ῾σ ἐμᾶς! Τότε φκειάνω μίαν ἀναφορὰ καὶ λέγω· «Ἐπειδήτις ὅσοι ἀγωνίστηκαν πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν ταλαιπωρίαν, καθὼς καὶ χῆρες τῶν σκοτωμένων καὶ παιδιά τους, τὸν μιστὸν ὁποῦ μου δίνετε διατάξετε νὰ μοῦ κοπῆ ὅλος καὶ νὰ τὸν δίνετε εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ τῶν σκοτωμένων. Κ᾿ ἐγώ, ἐπειδήτις καὶ χρωστῶ ξένα χρήματα κ᾿ ἔχω καὶ φαμελιὰ μεγάλη, διατάξετε νὰ μοῦ δοθῆ τὸ μικρὸν δῶρον ὁποῦ ἀποφάσισαν ὅλες οἱ Κυβέρνησες ὅταν πληγώθηκα εἰς τοὺς Μύλους τ᾿ Ἀναπλιοῦ, ὁποῦ εἶναι ὡς ἑκατὸν ἑξήντα πέντε δραχμές, νὰ ζήσω κ᾿ ἐγὼ μὲ τὴν φαμελιά μου ὅσο ἡ Κυβέρνηση νὰ δικιώση ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς, καὶ μεράστε τοὺς τὸν μιστόν μου τῶν δυστυχισμένων ἀγωνιστῶν». Ἔδωσα τὴν ἀναφορά μου εἰς τὴν Ἀντιβασιλεία καὶ τὸ ῾βαλα καὶ εἰς τὸν τύπον νὰ παρακινηθοῦν κι᾿ ἄλλοι.

Σελ.80

Μα κι όταν αναλαμβάνει ο Όθωνας, συνεχίζει να είναι με το μέρος των αδικημένων, να υπερασπίζεται ατρόμητα την πίστη και την πατρίδα του.

.......Παρουσιάστηκα εἰς τὴν Μεγαλειότη του κατὰ τὴν διαταγήν του. Μοῦ λέγει· «Τί θὰ μοῦ εἰπῆς; - Ὅ,τι ἰδέα εἶχα κ᾿ ἐγὼ ὡς πολίτης σου τὴν παράγγειλα μὲ τὸν ῾πασπιστή σου. - Τί θέλεις νὰ μοῦ εἰπῆς τώρα; -Ψέματα θέλεις νὰ σοῦ εἰπῶ ἢ ἀλήθεια; - Ἐγώ, μοῦ λέγει, ποτὲς δὲν ἀκῶ ψεύματα· ὅλο ἀλήθειες. - Τοῦ λέγω, ἐγὼ ἔχω γιομάτες δυὸ τζέπες μίαν μὲ ψέματα, τὴν ἄλλη μ᾿ ἀλήθειες. Τώρα τί ἀγαπᾶς ἡ Μεγαλειότη σου; - Ἀλήθειά» μου λέγει. Γυρίζω τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ εἰπῶ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἐμπροστὰ εἰς τὸν « Βασιλέα τῆς πατρίδος μου. Τοῦ λέγω· «Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ θὰ μὲ πάρης πίσου εἰς τὴν ὀργή σου. Ὅμως διὰ πάντα νὰ εἶμαι εἰς τὴν ὀργή σου, τὴν ἀλήθεια θὰ σοῦ λέγω, ὅτ᾿ εἶναι τοῦ Θεοῦ· τὸ ψέμα τοῦ διαβόλου.......

σελ. 203

Θλίβεται βαθύτατα για την ηθική κατάπτωση σε καιρό ελευθερίας:

....Τὸ Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως διόλου· καὶ ἡ θρησκεία - ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ φατρίες σας, τὸ ῾να τὸ μέρος καὶ τ᾿ ἄλλο, θέλετε θέατρο· τὸ φκειάσετε κι᾿ αὐτὸ διὰ νὰ μᾶς μάθη τὴν παραλυσία. Καὶ δι᾿ αὐτὸ παίρνουν δυὸ ἀδέλφια δυὸ ἀδελφές. Ὅ,τι τοῦ λὲς - «ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας!» Καὶ τὰ παιδιὰ ὁποῦ τὰ στέλνουν νὰ φωτιστοῦν γράμματα κι᾿ ἀρετή, ἀπὸ μέσα τὸ κράτος κι᾿ ἀπόξω, φωτίζονται τὴν τραγουδικὴ καὶ ἠθικὴ τοῦ θεάτρου· καὶ πουλοῦνε τὰ βιβλία τους οἱ μαθηταὶ νὰ πᾶνε ν᾿ ἀκούσουνε τὴν Ρίττα Βάσσω τὴν τραγουδίστρα τοῦ θεάτρου· ὅτι παλαβώσανε οἱ γέροντες ὄχι τὰ παιδάκια νὰ μὴν πουλήσουνε τὰ βιβλία τους. Τὸ γέρο Λόντο, ὁποῦ δὲν ἔχει οὔτε ἕνα δόντι, τὸν παλάβωσε ἡ Ρίτα Μπάσσω τοῦ θεάτρου καὶ τὸν ἀφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι᾿ ἄλλα πισκέσια. Δὲν ρωτήσαμεν τὴν Εὐρώπη· ὅταν ἦταν ῾στὴν δική μας κατάστασιν ἤθελε νὰ φκειάσῃ θέατρα, ἢ τήραγε τῆς ἄλλες της ἀνάγκες κ᾿ ἔφκειανε τοὺς ναούς της, νὰ δοξάζῃ τὸν Θεὸν νὰ τοὺς φωτίζῃ εἰς τὸ καλό, καὶ σκολειὰ νὰ γιομίζῃ ὁ μαθητὴς προκοπὴ κι᾿ ἀρετή, νὰ γένῃ ἄξιος τῆς κοινωνίας - καὶ ὄχι ἄξιος της ἀπιστίας καὶ παραλυσίας, νὰ πουλῆ δι᾿ αὐτὰ τὰ βιβλία του; Δι᾿ αὐτείνη τὴν προκοπή σου στέλνει κάθε γονέος τὸ παιδί του εἰς τὴν πρωτεύουσα; Αὐτὰ τὰ φῶτα νὰ γυμναστῆ; Ἀλλοίμονο ῾σ ἐκείνους ὁποῦ χύσανε τὸ αἷμα τους καὶ θυσιάσανε τὸ δικόν τους νὰ ἰδοῦνε τὴν πατρίδα τους νὰ εἶναι τὸ γέλασμα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταφρονιῶνται τ᾿ ἀθώα αἵματα ὁποῦ χύθηκαν!

Σελ. 103-104

Και παρακάτω:

Σημείωση

Τρελλάθηκαν καὶ οἱ γερόντοι μὲ τῆς θεατρίνες κ᾿ ἔχασαν τὰ μυαλά τους καὶ δανείζονται καὶ πλερώνουν· καὶ οἱ δυστυχισμένοι οἱ μαθηταὶ οἱ περισσότεροι πουλοῦνε τὰ βιβλία τους καὶ μένουν χωρὶς βιβλία· καὶ γίνηκαν καὶ θὰ γένουν κι᾿ αὐτεῖνοι θεατρίνοι. Γίνηκε καὶ τοῦ Ἀναστάση Λιδορίκη τὸ παιδὶ θεατρίνος. Σὰν πάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, εἰς τὸ Λιδορίκι, ἂς σπουδάξῃ καὶ τοὺς πατριῶτες του τὰ φῶτα. Οἱ γονέοι τους τρῶνε ψωμὶ καὶ κρεμμύδι καὶ τοὺς δίνουν τὰ ἔξοδα νὰ ῾ρθουν εἰς τὴν πρωτεύουσα νὰ μάθουν γράμματα εἰς τὸ Γυμνάσιον καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, κ᾿ ἔρχονται κι᾿ ἀπὸ μέσα τὴν Ἑλλάδα κι᾿ ἀπόξω διὰ νὰ προκόψουν κι᾿ αὐτὰ τέτοια προκοπὴ λαβαίνουν

Σελ. 172

Θλίβεται και για τη διαίρεση των Ελλήνων, αγωνίζεται για Σύνταγμα, μήπως και περιοριστούν οι αυθαιρεσίες και οι αδικίες των βαυαρών και των φίλων τους πολιτικών.

Τότε συλλογίστηκα νὰ φκειάσω ἕναν ὅρκον νὰ τὸν ὑπογράφωμεν, ἐπειδήτις καὶ εἶδα ἄλλος ἦταν Κυβερνητικός, ἄλλος Συνταματικός, ἄλλος Ἄγγλος, ἄλλος Γάλλος, ἄλλος Ροῦσσος καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔπαιρνα ἀπὸ κάθε πολιτεία ἕνα-δυὸ τρεῖς Συνταματικοὺς κι᾿ ἄλλους τόσους Κυβερνητικοὺς καὶ τοὺς ἕνωνα· κ᾿ ἐκεῖνοι ἕνωναν τοὺς συμπολίτες τους. Ὁ ὅρκος ἤταν· «Νὰ μὴν εἴμαστε οὔτε Συνταματικοί, οὔτε Κυβερνητικοί, οὔτε σὲ ξένη δοξασία Ἄγγλοι, Γάλλοι, Ροῦσσοι. Νὰ τοὺς σεβώμαστε αὐτοὺς ὅλους διὰ τὴν εὐεργεσίαν τους - καὶ νὰ μᾶς ἀφήσουν ἥσυχους ἐμᾶς καὶ τὸν Βασιλέα μας».......

Σελ. 122

Καταφέρνει με πολύν αγώνα και κίνδυνο της ζωής του να περάσει το άρθρο 40 του Συντάγματος:

«Πας διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου απαιτείται να πρεσβεύη την θρησκείαν της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας»

κάτι που δεν άρεσε ούτε του Όθωνα

............Πικράθη διὰ τὸ ἄρθρο τῆς θρησκείας; ............... Ἔφκειασε καὶ παλάτι ἡ Μεγαλειότης του, καὶ ναὸν τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ἐπιθυμίαν οὔτε νὰ φκειάση, οὔτε νὰ ἰδῆ μὲ τὰ μάτια του, ἀλλὰ πηγαίνει τῆς ἐπίσημες ἡμέρες μὲ τοὺς Πρέσβες κι᾿ ἄλλους ξένους σὲ ἕνα καλύβι. Εἰς τὴν πρωτεύουσα νὰ μὴν εἶναι ἐκκλησία ἀναλόγως μὲ τὴν τιμὴν τῶν ὑπηκόγων του, λούσσα καὶ πολυτέλειες -περάσαμεν τὴν Εὐρώπη. Ὅταν ἦταν ἡ Εὐρώπη εἰς τὴν δική μας κατάστασιν, εἶχε αὐτὴ τέτοιες πολυτέλειες, εἶχε θέατρα; ........

Σελ. 172

Αυτόν τον ανύσταχτο μαχητή, αυτόν τον γενναίο πολεμιστή, είναι ενδιαφέρον να δούμε πόσο ευαίσθητος είναι όταν προσεύχεται: «ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΜΑΤΑ»

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

...........Γράφουν σοφοὶ ἄντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι καὶ ξένοι διαβασμένοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα - ἕνα πράμα μόνον μὲ παρακίνησε κ᾿ ἐμένα νὰ γράψω, ὅτι τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί, καὶ σοφοὶ καὶ ἀμαθεῖς καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι· ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθείς, ἔχομεν νὰ ζήσωμεν ἐδῶ. Τὸ λοιπὸν δουλέψαμεν ὅλοι μαζί, νὰ τὴν φυλάμεν κι᾿ ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ μὴν λέγη οὔτε ὁ δυνατὸς «ἐγώ», οὔτε ὁ ἀδύνατος. Ξέρετε πότε νὰ λέγη ὁ καθεὶς «ἐγώ»; Ὅταν ἀγωνιστῆ μόνος του καὶ φκειάση, ἢ χαλάση, νὰ λέγη ἐγὼ· ὅταν ὅμως ἀγωνίζονται πολλοὶ καὶ φκειάνουν, τότε νὰ λένε «ἐμεῖς». Εἴμαστε εἰς τὸ «ἐμεῖς» κι᾿ ὄχι εἰς τὸ «ἐγώ». Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μάθωμεν γνώση, ἂν θέλωμεν νὰ φκειάσωμεν χωριόν, νὰ ζήσωμεν ὅλοι μαζί. Ἔγραψα γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, νὰ εἰδοῦνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ν᾿ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν πατρίδα τους, διὰ τὴν θρησκεία τους, νὰ ἰδοῦνε καὶ τὰ παιδιά μου καὶ νὰ λένε· «Ἔχομεν ἀγῶνες πατρικούς, ἔχομεν θυσίες», ἂν εἶναι ἀγῶνες καὶ θυσίες. Καὶ νὰ μπαίνουν σὲ φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐργάζωνται εἰς τὸ καλό της πατρίδας τους, τῆς θρησκείας τους καὶ τῆς κοινωνίας. Ὅτι θὰ εἶναι καλὰ δικά τους. Ὄχι ὅμως νὰ φαντάζωνται γιὰ τὰ κατορθώματα τὰ πατρικά, ὄχι νὰ πορνεύουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταπατοῦν τὸν νόμον καὶ νά ῾χουν τὴν ἐπιρροὴ γιὰ ἰκανότη.

Σελ.223,224

Στουτγάρδη 25 Νοεμβρίου 2018

Δέβρας Ιωάν. Γεώργιος